γενηματοφύλαξ

γενημᾰτο-φύλαξ [ῠ], ακος, ,
A custodian of crops, PMagd.1.10 (iii B. C.), etc.:—hence [suff] γενημᾰτο-φῠλᾰκέω, τὸν σπόρον PTeb.ined., and [suff] γενημᾰτο-φῠλᾰκία, , PTeb.27.4 (pl.), al. (ii B. C.), PRyl.90.50 (iii A. D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • φύλακας — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 30 μ.), στην πρώην επαρχία Κομοτηνής, του νομού Ροδόπης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Θρυλορίου. * * * ο / φύλαξ ακος, ΝΜΑ αυτός που φυλάγει, που φρουρεί κάτι, που έχει τοποθετηθεί για να προστατεύει κάτι (α. «οι δύο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.